Ένας νέος κόσμος μέσα από το παράθυρό μου!*
 
της Όλγκα Τοκάρτσουκ

Από το παράθυρό μου, βλέπω μια λευκή μουριά. Είναι ένα δέντρο που με εντυπωσιάζει κι ένας από τους λόγους που αποφάσισα να ζήσω εδώ που μένω. Η μουριά είναι ένα γενναιόδωρο φυτό. Όλη την άνοιξη και το καλοκαίρι προσφέρει σε δεκάδες οικογένειες πτηνών τους καρπούς της. Αυτή τη στιγμή, η μουριά δεν έχει βγάλει ακόμα φύλλα της κι έτσι βλέπω έναν ήσυχο δρόμο, που σπάνια διασχίζεται από ανθρώπους στη διαδρομή τους προς το πάρκο. Ο καιρός στο Βρότσλαβ είναι σχεδόν καλοκαιρινός: ο ήλιος, ο γαλάζιος ουρανός, ο καθαρός αέρας. Σήμερα, καθώς έβγαζα βόλτα το σκυλί μου, είδα δυο κίσσες να κυνηγούν μια κουκουβάγια. Σε μια κοντινή απόσταση, η κουκουβάγια κι εγώ κοιταχτήκαμε. Τα ζώα, επίσης, φαίνεται να περιμένουν, να βρίσκονται σε αναμονή, να αναρωτιούνται τι θα συμβεί στη συνέχεια. Πάντα είχα την αίσθηση ότι ο κόσμος είναι υπερβολικά πολύς, γρήγορος, έντονος, θορυβώδης. Συνεπώς δεν βιώνω κάποιο «τραύμα απομόνωσης» και δεν μου είναι διόλου δύσκολο να μη συναντώ άλλους ανθρώπους. Δεν στεναχωριέμαι που έκλεισαν οι κινηματογράφοι. Και μου είναι αδιάφορο το γεγονός πως εμπορικά κέντρα έβαλαν προσωρινά λουκέτο.

     Φυσικά ανησυχώ και θλίβομαι όταν σκέφτομαι όλους τους ανθρώπους που χάνουν τις δουλειές τους. Όμως όταν έμαθα για την επερχόμενη καραντίνα, ένιωσα κάτι σαν ανακούφιση. Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι ένιωσαν το ίδιο, ακόμα κι αν αισθάνονταν επίσης και λίγη ντροπή γι' αυτό. Η εσωστρέφειά μου, τόσα χρόνια πνιγμένη και κακοποιημένη από τους υπερδραστήριους εξωστρεφείς, τίναξε τη σκόνη από πάνω της και βγήκε από την ντουλάπα. Η ζωή συνεχίζεται, όπως συνεχίζεται, αλλά με έναν εντελώς διαφορετικό ρυθμό. Τακτοποίησα επιτέλους την ντουλάπα μου και μάζεψα στοίβες από παλιές εφημερίδες για να τις πάω στον κάδο ανακύκλωσης. Πήρα το ποδήλατό μου από το μαγαζί που το είχα παρατήσει για επισκευή. Ξεκίνησα να απολαμβάνω περισσότερο το μαγείρεμα. Διαρκώς στο μυαλό μου, έρχονται εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια. Υπήρχε πολύ περισσότερος χρόνος τότε, και μπορούσες να τον «σκοτώσεις», απλώς ξοδεύοντας ώρες με το να χαζεύεις έξω από το παράθυρο».

    Μήπως τελικά έχουμε επιστρέψει στον φυσιολογικό ρυθμό της ζωής; Μήπως ο ιός δεν αποτελεί διατάραξη της κανονικότητας, αλλά ακριβώς το αντίθετο – μήπως δηλαδή αφύσικος ήταν ο φρενήρης κόσμος πριν από τον ιό; Στο κάτω-κάτω, ο ιός μας υπενθύμισε αυτό που αρνιόμασταν με πάθος: ότι είμαστε ευάλωτα πλάσματα φτιαγμένα από το πιο λεπτό υλικό. Μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι όσο αδύναμοι και ευάλωτοι κι αν νιώθουμε μπροστά στον κίνδυνο, γύρω μας υπάρχουν άνθρωποι που είναι πιο ευάλωτοι και χρειάζονται τη βοήθειά μας. Μας υπενθύμισε πόσο ευπαθείς είναι οι ηλικιωμένοι γονείς μας, πόσο έχουν ανάγκη την φροντίδα μας. Μας υπέδειξε ότι οι φρενήρεις ρυθμοί που κινούμαστε θέτουν σε κίνδυνο τον κόσμο μας. Και ανέδειξε μια ερώτηση την οποία σπανίως έχουμε το κουράγιο να κάνουμε στον εαυτό μας: Τι ακριβώς είναι αυτό που αναζητάμε και συνεχίζει να μας αναλώνει;».

     Στους δύσκολους καιρούς που βιώνουμε, είδαμε πόσο αδύναμη είναι στην πράξη η ιδέα μιας ευρωπαϊκής κοινότητας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εγκαταλείψει τον αγώνα και αναθέτει ζητήματα ύψιστης κρισιμότητας στα εθνικά κράτη. Οι παλιοί σωβινισμοί έχουν επιστρέψει, φέροντας μαζί τους τον διαχωρισμό ανάμεσα σε «εμάς» και στους «ξένους». Ο φόβος του ιού μεταφέρει χωρίς σκέψη την πεποίθηση ότι πρέπει το φταίξιμο να πέσει στους ξένους. Στην Ευρώπη, ο ιός είναι «από αλλού». Εδώ στην Πολωνία, όποιος επιστρέφει από το εξωτερικό θεωρείται ύποπτος. Ο ιός μας υπενθυμίζει πως τα σύνορα ζουν και βασιλεύουν. Φοβάμαι επίσης ότι ο ιός θα μας θυμίσει και μια άλλη παλιά αλήθεια: πόσο δεν είμαστε καθόλου ίσοι. Κάποιοι θα πετάξουν με ιδιωτικά αεροπλάνα σε μακρινά νησιά ή σε πολυτελή καταφύγια στα βουνά, την ώρα που οι περισσότεροι θα παραμείνουν στις πόλεις. Μερικοί θα πρέπει να φροντίζουν για τη λειτουργία των σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας, και άλλοι να δουλεύουν στα μαγαζιά ειδών πρώτης ανάγκης ή στα νοσοκομεία, ρισκάροντας τη ζωή τους. Κάποιοι θα βγάλουν χρήματα από την πανδημία ενώ μερικοί άλλοι θα χάσουν τα πάντα.

    Πιστεύουμε ότι μένουμε σπίτι και διαβάζουμε βιβλία ή βλέπουμε τηλεόραση. Μα η υποχρεωτική καραντίνα, μπορεί να μας κάνει να δούμε πράγματα που δεν έχουμε καμία επιθυμία να παραδεχτούμε: ότι η οικογένειά μας μάς εξαντλεί, ότι οι δεσμοί του γάμου μας έχουν χαλαρώσει. Τα παιδιά μας θα βγουν από την καραντίνα εθισμένα στο διαδίκτυο. Και πολλοί από εμάς θα γνωρίσουμε την ματαιότητα των συνθηκών στις οποίες παραμένουμε μηχανικά, με την δύναμη της αδράνειας. Και τι γίνεται αν ο αριθμός των δολοφονιών, των αυτοκτονιών και των πασχόντων από ψυχικές ασθένειες μεγαλώνει; Στην ουσία προετοιμάζουμε τον εαυτό μας για τη μάχη που θα δοθεί με διακύβευμα μια νέα πραγματικότητα την οποία δεν μπορούμε καν να φανταστούμε. Μπροστά στα μάτια μας εξατμίζεται ο καπνός από το πολιτισμικό παράδειγμα που μας διαμόρφωσε τα τελευταία διακόσια χρόνια: ότι είμαστε οι πρωτομάστορες της δημιουργίας, ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, ότι ο κόσμος μας ανήκει. Μια νέα εποχή πλησιάζει.


*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στους New York Times, με πρωτότυπο τίτλο “A new world through my window”
Κύλιση στην κορυφή